Η πρωταρχική μητρική ενασχόληση
Η πρωταρχική μητρική ενασχόληση
Η πρωταρχική μητρική ενασχόληση είναι μία έννοια που κατέχει σημαντική θέση στην ψυχαναλυτική θεωρία. Ο D. Winnicott , παιδίατρος και ψυχαναλυτής ήταν ο πρώτος που παρατήρησε και μίλησε για αυτή την ιδιαίτερη πρωταρχική κατάσταση της μητέρας, η οποία στην πορεία αποδείχθηκε ότι είναι σημαντική για την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση του βρέφους.
Πρόκειται για μία ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση της μητέρας. Είναι μία φάση αυξημένης ευαισθησίας της μητέρας προς το βρέφος της, η οποία εξελίσσεται σταδιακά. Ξεκινάει προς το τέλος της εγκυμοσύνης και διαρκεί για λίγες εβδομάδες μετά τη γέννηση. Όταν περάσει αυτή η φάση, η μητέρα τείνει να ξεχνά, να απωθεί αυτή την ιδιαίτερη κατάσταση. Αυτή η αυξημένη ευαισθησία που νιώθει η μητέρα σε αυτή τη φάση, την κάνει ικανή να ταυτιστεί με το μωρό της, να μπει στη θέση του και να βάλει σε προτεραιότητα την ικανοποίηση των αναγκών του μωρού της.
Σε αυτή την κατάσταση η μητέρα γίνεται αρκετά ικανή ώστε να δημιουργήσει ένα διευκολυντικό περιβάλλον , ένα πλαίσιο ώστε να γίνει εμφανής η ιδιοσυγκρασία του βρέφους, να αρχίσουν να ξεδιπλώνονται οι αναπτυξιακές του τάσεις, να αρχίσει να κινείται αυθόρμητα και να αρχίσει να αναγνωρίζει τις αισθήσεις ως δικές του.
Σύμφωνα με τον Winnicott, η παροχή ενός αρκετά καλού διευκολυντικού περιβάλλοντος στην πρώιμη φάση της ανάπτυξης, δίνει την ευκαιρία στο βρέφος να αρχίσει να υπάρχει, να έχει βιώματα, να χτίσει ένα ατομικό εγώ και να αναπτύξει τα ένστικτά του.
Όπως είναι φυσικό, η πρωταρχική μητρική ενασχόληση δεν διαρκεί επ αόριστον. O Winnicott κάνει λόγο για την «αρκετά καλή μητέρα» (good-enough mother). Η «αρκετά καλή μητέρα» εισάγει το παιδί στην αρχή της πραγματικότητας. Μέσα από τις μικρές, διαχειρίσιμες απογοητεύσεις (π.χ. το τάισμα διαρκεί λίγα λεπτα, η μητέρα απουσιάζει για μικρά διαστήματα), το βρέφος αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η μητέρα είναι μια ξεχωριστή οντότητα.
Αυτές οι ελεγχόμενες και σταδιακές αποτυχίες είναι εξίσου σημαντικές με την αρχική φροντίδα. Επιτρέπουν στο βρέφος να έρθει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα, να αναπτύξει την ικανότητα να περιμένει. Αυτή η ικανότητα του επιτρέπει να δομήσει έναν αυτόνομο εαυτό. Η ικανότητα να «είναι μόνο του» (the capacity to be alone) είναι, σύμφωνα με τον Winnicott, το κατεξοχήν σημάδι συναισθηματικής ωριμότητας και προϋποθέτει την προηγούμενη εμπειρία του να είναι κανείς μόνος παρουσία της μητέρας.
Στην κλινική πράξη, η σημασία της πρωταρχικής μητρικής ενασχόλησης είναι τεράστια. Η απουσία της ή η ανεπάρκειά της μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές του δεσμού, στη δημιουργία ενός «ψευδούς εαυτού» (false self) – μιας προσωπικότητας προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, εις βάρος του αυθεντικού Εαυτού .
Αυτή η διαδικασία επιτρέπει τη δημιουργία του Μεταβατικού Χώρου και των Μεταβατικών Αντικειμένων (όπως το γνωστό «αρκουδάκι»), που βοηθούν το παιδί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον εσωτερικό του κόσμο και την εξωτερική πραγματικότητα
Στο ψυχαναλυτικό δωμάτιο, η θεραπευτική σχέση αναπαριστά συχνά τη σχέση μητέρας-βρέφους. Ο αναλυτής καλείται να προσφέρει ένα ασφαλές, «διευκολυντικό» περιβάλλον, όπου ο αναλυόμενος μπορεί να βιώσει εκ νέου την πρωταρχική μητρική ενασχόληση. Η ενσυναίσθηση και η σταθερότητα του αναλυτή λειτουργούν ως μεταφορά της μητρικής ενασχόλησης.
Βιβλ.
- Winnicott, D. W. (1956). Primary Maternal Preoccupation. Στο: Collected Papers: Through Paediatrics to Psycho-Analysis (Αργότερα επανεκδόθηκε ως From Paediatrics to Psycho-Analysis).
- Winnicott, D. W. (1960). The Theory of the Parent-Infant Relationship. Στο: The Maturational Processes and the Facilitating Environment: Studies in the Theory of Emotional Development.
- Winnicott, D. W. (1964). The Child, the Family, and the Outside World.
- Winnicott, D. W. (1971). Playing and Reality.